Γλωσσάρι

'Aθλημα
Το αγώνισμα που απαιτεί την καταβολή σωματικών κυρίως δυνάμεων και δεξιοτήτων στο πλαίσιο ανταγωνισμού, για την επίτευξη όσο το δυνατόν καλύτερων επιδόσεων ή απλώς αναψυχής.
Ετυμολογία: προέρχεται από το αρχαίο ρήμα "αθλώ".

'Aθληση
Το να ασχολείται κανείς με άθλημα, αγώνισμα. Επίπονη προσπάθεια σωματική και ψυχική δοκιμασία για την κατάκτηση του επιδιωκόμενου σκοπού.
Ετυμολογία: προέρχεται από τον μεταγενέστερο τύπο "άθλησις" που κατάγεται με την σειρά του από το ρήμα "αθλώ". Κατά τον μεσαίωνα η λέξη άθλησις δήλωνε το μαρτύριο και τη δοκιμασία στην οποία είχαν υποβληθεί ορισμένοι άνθρωποι προτού λάβουν τον χαρακτηρισμό του αγίου.

Αθλητής
Το πρόσωπο που ασχολείται συστηματικά με τον αθλητισμό, επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά.

Αθλητικός
Αυτός που σχετίζεται με τα αγωνίσματα που γυμνάζουν το σώμα και τις οργανωμένες δραστηριότητες σχετικά με αυτά.

Αθλητικό πνεύμα
Είναι το να αγωνίζεται κανείς με τίμιο τρόπο και η διάθεση αναγνωρίσεως του καλύτερου, του πιο ικανού.

Αθλητικό ιδεώδες
Το να αγωνίζεται κανείς για τη νίκη δίνοντας προτεραιότητα στη συμμετοχή, στον ευγενή συναγωνισμό και στη συνολική καλλιέργεια του ανθρώπου μέσα από τον αθλητισμό.

Αθλητική αγωγή
Το σχολικό μάθημα το οποίο αποσκοπεί στην εξοικείωση των μαθητών με τον αθλητισμό και την καλλιέργεια του αθλητικού πνεύματος.

Αθλητισμός
Η συστηματική ενασχόληση και επίδοση σε αθλητικά αγωνίσματα.
Ετυμολογία: ελληνογενής όρος με επίδραση του γαλλικού "athle/tisme".

'Aθλιος
Αυτός που βρίσκεται σε εξαιρετικά κακή κατάσταση, που προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα (λύπης, συμπάθειας, οίκτου κ.ά.). [Δείτε και τη λέξη "άθλος"].
Ετυμολογία: προέρχεται από το αρχαίο αέθλιος "διεκδικητής επάθλου". Η σημασία "αξιολύπητος" προήλθε πιθανώς από την συμπάθεια που γεννά η έντονη προσπάθεια του αγωνιζόμενου να κατακτήσει το έπαθλο.

'Aθλο
Η επιβράβευση για νίκη ή διάκριση σε αγώνα ή διαγωνισμό.
Συνώνυμα: γέρας, βραβείο, αριστείο, έπαθλο. [Δείτε και τη λέξη "άθλος"].
Ετυολογία: προέρχεται από την αρχαία λέξη "άεθλον".

Αθλοθέτης
Το πρόσωπο που καθιερώνει ή διαθέτει τα έπαθλα για τους νικητές αγώνων ή διαγωνισμών.
Ετυμολογία: προέρχεται από το "άθλον" + "θέτης" του ρήματος "τίθημι" (καθιερώνω).

Αθλοπαιδιές
Οι αθλητικές δραστηριότητες για σωματική άσκηση και ψυχαγωγία. Αθλητικά παιχνίδια.
Συνώνυμο: σπορ.
Ετυμολογία: "άθλος" + "παιδιά" (παχνίδι).

Αθλοπαιδιές-σπορ
Το ουσιαστικό "αθλοπαιδιά" (συνήθως στον πληθυντικό "αθλοπαιδιές") είναι νεότερη λέξη (του 1896) και δηλώνει τα αθλητικά ομαδικά παιχνίδια που συνδυάζουν την ψυχαγωγία με την άθληση. Ας σημειωθεί ότι η αγγλική λέξη sport (που πέρασε στην ελληνική μέσω της γαλλικής, εξού και η δήλωσή της ως σπορ και χι σπορτ), την οποία αποδίδει το αθλοπαιδιές, προέρχεται από το disport (dis + port παραβάλτε το γαλλικό porter "φέρω") που σήμαινε "διασκέδαση, ξεγνοιασιά" (αρχική σημασία "δεν φέρω, δεν μεταφέρω", άρα "αφήνω κατά μέρος, το ρίχνω έξω").

'Aθλος
Μεγάλο, επίπονο και σπάνιο κατόρθωμα, επίτευγμα. Όταν χρησιμοποιείται στον πληθυντικό συνήθως έχει ειρωνική σημασία και σημαίνει "αρνητικές επιδόσεις, κατορθώματα". [Δείτε και τη λέξη "αγώνας"].
Ετυμολογία: προέρχεται από το αρχαίο "άθλος" < "άεθλος".

'Aθλος-άθλιος-άθλο-έπαθλο-βραβείο
Οι λέξεις άθλος και άθλο είναι ομηρικές. Στη διαχρονική χρήση των λέξεων, "άθλος" ήταν "ο αγώνας (για νίκη και βραβείο)" και "άθλο" το "βραβείο ου αγώνα". Το δεύτερο (από τον Ευριπίδη και εντεύθεν) δηλώνεται και με η λέξη έπαθλο (σε πληθυντικό αρχικά: έπαθλα), ενώ από τους μετακλασικούς χρόνους (στον Μένανδρο, 4ος-3ος αιώνας π.Χ.) εμφανίζεται η λέξη "βραβείο" που προέρχεται από το "βραβεύς" και σημαίνει "κριτής αγώνων". Η δυσάρεστη, από την ένταση και την κόπωση, κατάσταση του αθλητή στους "άθλους", α αγωνίσματα για την απόκτηση του "άθλου", του επάθλου, οδήγησαν στη σημασία "δυστυχής, αξιολύπητος" της λέξης "άθλιος". Δηλαδή συνέβη και εδώ ό,τι με το όνομα "αγών" που οδήγησε στην "αγωνία". [Δείτε και τη λέξη αγώνας].

Αθλούμαι
Pήμα αμετάβατο και αποθετικό που σημαίνει "γυμνάζομαι, επιδίδομαι στον αθλητισμό".
Ετυμολογία: προέρχεται από το αρχαίο ρήμα αθλούμαι < αθλώ < άθλος.

Αθλοφόρος
Νικητής τροπαιούχος. Αυτός που δίνει βραβεία: αγώνες αθλοφόροι.

Αγώνας
Επίπονη, κοπιώδης προσπάθεια για την επίτευξη ενός σκοπού. Ο οργανωμένος διαγωνισμός μεταξύ αθλητών σε συγκεκριμένο άθλημα. Η αναμέτρηση αντίπαλων ομάδων που διεκδικούν η νίκη στο πλαίσιο οργανωμένου πρωταθλήματος. Στον πληθυντικό "αγώνες" είναι οι οργανωμένες αναμετρήσεις, κυρίως μεταξύ αθλητών ή αθλητικών αντιπροσωπειών από πολλούς συλλόγους, ή κράτη. Συνεκδοχικά, οι παραπάνω αναμετρήσεις ως επίσημη διοργάνωση π.χ. Αθήνα 2004, οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Κάθε είδους οργανωμένοι διαγωνισμοί ή αναμετρήσεις σε οποιοδήποτε πεδίο.
Συνώνυμο: διαγωνισμοί.
Ετυμολογία: προέρχεται από το αρχαίο "αγών" το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ρήμα "άγω". Η αρχική σημασία ήταν "συνάθροιση, συγκέντρωση προσώπων", επεκτάθηκε στη (συγκεκριμένη) συγκέντρωση για τη διεξαγωγή αθλητικών αγωνισμάτων και, γενικότερα, στην άμιλλα και στον ανταγωνισμό που προέκυπτε. Η νεοελληνική σημασία υπήρχε ήδη στην αρχαία.

Αγώνας-αγωνία-αγωνίζομαι
Όπως φαίνεται και από την ετυμολογία των λέξεων ο "αγών" ξεκινά ως αποτέλεσμα του "άγω", ήτοι ως "συγκέντρωση, συνάθροιση" εών, ανθρώπων, πλοίων κ.ά., για να εξελιχθεί ήδη στον Όμηρο σε "συγκέντρωση για άμιλλα, για αγωνισμό", σε αγώνες με τη σημερινή σημασία. Έτσι πρώιμα πλάσσεται και το ρήμα "αγωνίζομαι", με παράγωγα τα "αγώνισμα, αγωνιστής και αγωνιστικός". Το επόμενο βήμα ήταν να δώσει ο "αγών" ην αγωνία, "τον ανταγωνισμό, τον διαγωνισμό για την νίκη ακόμη και την γυμναστική άσκηση", που λόγω της ψυχικής έντασης, της συγκίνησης και του άγχους που γεννά ο ανταγωνισμός στους αγώνες, σήμανε μεταφορικά στον Δημοσθένη πρώτα και στον Αριστοτέλη την "αγωνία", όπως τη χρησμιμοποιούμε και σήμερα. Μέσω της εκκλησιαστικής Λατινικής το "αγωνία" πέρασε εν συνεχεία στις διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες, λ.χ. αγγλικό "agony", γαλλικο "agonie", γερμανικό "Agonie".

Αγωνίζομαι
Pήμα αμετάβατο και αποθετικό που σημαίνει "καταβάλω έντονη και επίμονη προσπάθεια για την επίτευξη ενός σκοπού, συμμετέχω σε αγώνα διαγωνίζομαι".
Συνώνυμα: συναγωνίζομαι, παραβγαίνω, ανταγωνίζομαι, αναμετρούμαι, αμιλλώμαι.

Αγώνισμα
'Aθλημα, αθλητικός αγώνας. Μεταφορικά, οτιδήποτε κατακτάται με δύσκολη προσπάθεια.
Συνώνυμο: σπορ.

Αγωνιστής
Αυτός που καταβάλλει επίμονη και σκληρή προσπάθεια για την επίτευξη ενός σκοπού.

Ακόντιο
Το αρχαιοελληνικό ακόντιο ήταν ένα όπλο που είχε ένα κοντάρι και μια μεταλλική αιχμή που του επέτρεπε να σφηνώνεται στο έδαφος όταν προσγειωνόταν.

'Aκων, ακοντιστής, αγκύλη
Ο άκων είναι ένα ελαφρύ κοντάρι, που εξσφενδονίζεται από τον ακοντιστή με τη βοήθεια της αγκύλης, μιας λωρίδας από δέρμα που σχημάτιζε θηλειά, μήκους περίπου δύο μέτρων.

Αλτήρας
Ο αλτήρας είναι ένα μικρό βάρος που χρησιμοποιούσαν οι άλτες για να βελτιώσουν ην επίδοσή τους.

Απήνη
Τύπος αρματοδρομίας με δύο ημίονους (εμφάνιση το 500 περίπου π.Χ.).

Αποβάτης, αναβάτης
Αποβάτης κυριολεκτικά σημαίνει "αυτός που ξεπεζεύει" και χρησιμοποιείται για να περιγράψει έναν οπλισμένο πολεμιστή που πηδάει από ένα άρμα εν κινήσει. Αναβάτης κυριολεκτικά σημαίνει "κάποιος που ανεβαίνει", αλλά συνήθως αναφέρεται στους ιππείς. Η λέξη "αναβάτης" συνήθως χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του "αποβάτη".

Αυλός, αυλωδός, αυλητής
Ο αυλός μπορεί να είναι οποιοδήποτε ξύλινο όργανο, αλλά συνήθως αναφέρεται στη διπλή φλογέρα. Ο αυλωδός είναι ο τραγουδιστής που συνοδεύεται από τον αυλό. αυλητής είναι ο παίκτης του αυλού.

Γυμνάσιο
Το γυμνάσιο είναι χώρος άσκησης όπου οι αθλητές ασκούνταν γυμνοί με συνοδία αυλού και παρουσία των γυμναστών. Ο Παυσανίας αναφέρει χαρακτηριστικά ότι για να χαρακτηριστεί ένας οικισμός ανθρώπων ως πόλη (εννοείται πόλη-κράτος) πρέπει να έχει αγορά, αρχείο, γυμνάσιο και θέατρο.
Δέκαθλο
Σύνθετο αθλητικό αγώνισμα στίβου που περιλαμβάνει δέκα αθλήματα: δρόμο 100, 400, 1.500 μέτρων, 110 μέτρων μετ' εμποδίων, ακόντιο, δίσκο, σφαίρα, σφύρα, άλμα εις ύψος, άλμα εις μήκος.
Ετυμολογία: ελληνογενής μεταγενέστερος όρος (αγγλικό decathlon). Εν αντιθέσει με το αρχαίο πένταθλον, το δέκαθλο είναι νεότερο αγώνισμα.

Δίαυλος
Ο δίαυλος ήταν ένας αγώνας δρόμου που ήταν δυο φορές το Στάδιο σε μήκος, ήτοι περίπου το αντίστοιχο των 400 μέτρων.

Δόλιχος
Ο δόλιχος ήταν αγώνας αποστάσεως, το αντίστοιχο των σημερινών 2.000 μέτρων.

Εκεχειρία
Ιερή ανακωχή που ίσχυε καθ' όλη τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων.

Ελλανοδίκης
Στην αρχαιότητα ήταν ο κριτής αγώνων και δη των Ολυμπιακών, μέλος της φερώνυμης επιτροπής των Ελλανοδικών.
Ετυμολογία: προέρχεται από το αρχαίο "Ελλανοδίκαι" που ήταν τύπος της δωρικής διαλέκτου αντί του αττικού "Ελληνοδίκαι" ("Έλλην"+"Δίκη").

Έμβολο
Ένα λίθινο ή ξύλινο χώρισμα που χρησιμοποιόταν για να χωρίσει το στίβο όπου γίνονταν αρματοδρομίες.

Ηραία
Αγώνας δρόμου για γυναίκες στην Ολυμπία προς τιμήν της θεάς Ήρας.

Ηρακλής
Έλληνας ήρωας, φημισμένος για τη μεγάλη του δύναμη και τους δώδεκα άθλους που εκτέλεσε.

Ηραία
Αγώνας δρόμου για γυναίκες στην Ολυμπία προς τιμήν της θεάς Ήρας.

Ηρακλής
Έλληνας ήρωας, φημισμένος για τη μεγάλη του δύναμη και τους δώδεκα άθλους που εκτέλεσε.

Θεοδόσιος Α'
Βυζαντινός αυτοκράτορας που απαγόρευσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες το 393 μ.Χ.
Ιμάντες
Λωρίδες από δέρμα βοδιού που τύλιγαν οι πυγμάχοι γύρω από τις πρώτες κλειδώσεις των δαχτύλων, τις παλάμες, τους καρπούς και το βραχίονα. Αργότερα, προστέθηκαν λωρίδες από σκληρότερο δέρμα γύρω από τις κλειδώσεις για να γίνουν τα χτυπήματα δυνατότερα.

Ιμάτιον
Το ιμάτιον είναι ένας μανδύας ή κάπα.

Ίππιος δρόμος
Ο ίππιος δρόμος είναι ένας αγώνας μικρής απόστασης, μήκους τεσσάρων σταδίων ή 800 αρχαίων ποδιών.

Ιπποδρόμιο
Το ιπποδρόμιο είναι ο στίβος για τα ιππικά αγωνίσματα.

Ολύμπια
Οι Ολυμπιακοί αγώνες της αρχαιότητας.
Ετυμολογία: τα Ολύμπια (ιερά), επειδή οι αγώνες γίνονταν προς τιμήν του Ολυμπίου Διός.

Ολυμπία
Η Ολυμπία, στη βορειοδυτική χερσόνησο της Πελοποννήσου, ήταν σημαντικό θρησκευτικό κέντρο και η βάση των Ολυμπιακών Αγώνων, της πιο σημαντικής γιορτής του αρχαιοελληνικού κόσμου. Οι αγώνες ιδρύθηκαν επισήμως το 776 π.Χ. και τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια. Βρίσκεται σε μία μικρή κοιλάδα του ποταμού Αλφειού στον νομό Ηλείας, όπου στην αρχαιότητα βρισκόταν το περίφημο ιερό του Διός. Το άγαλμα του Διός στην Ολυμπία ήταν ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.
Ετυμολογία: προέρχεται από το όρος Όλυμπος, κατοικία των δώδεκα Θεών.

Ολυμπιάδα
Οι Ολυμπιακοί αγώνες. Στην αρχαία Ελλάδα ήταν επίσης η χρονική περίοδος των τεσσάρων ετών που μεσολαβούσε μεταξύ δύο διαδοχικών Ολυμπιακών Αγώνων και αποτελούσε τη βασική χρονολογική μονάδα, με αφετηρία την πρώτη επίσημη διοργάνωση των αγώνων το 776 π.Χ. Ως Ολυμπιάδα νοείται κάθε διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων. Η πρώτη σύγχρονη Ολυμπιάδα έγινε το 1896 στην Αθήνα.

Ολυμπιακοί αγώνες
Στην αρχαιότητα ήταν οι σημαντικότεροι πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες οι οποίοι ήταν αφιερωμένοι στον Δία και τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια στην Ολυμπία, είχαν δε τόσο μεγάλη αίγλη, ώστε κατά τη διάρκειά τους διακόπτονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Σήμερα είναι η μεγαλύτερη σύγχρονη διεθνής αθλητική διοργάνωση, η οποία πραγματοποιείται κάθε τέσσερα χρόνια σε διαφορετική χώρα με συμμετοχή αθλητών από ολόκληρο τον κόσμο και περιλαμβάνει πολλά αγωνίσματα.

Ολυμπιακή φλόγα
Η φλόγα-σύμβολο των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων που μένει αναμμένη καθ' όλη τη διάρκειά τους. Η αφή της γίνεται από το ιερό της Ολυμπίας λίγο πριν από την έναρξη της κάθε Ολυμπιάδας.

Ολυμπιονίκης
Ο νικητής ή η νικήτρια σε Ολυμπιακούς Αγώνες: χρυσός, αργυρός ή χάλκινος ολυμπιονίκης.

Ολυμπισμός
Οι αρχές που συνθέτουν το ολυμπιακό πνεύμα με κυριότερη το ιδεώδες της έντιμης προσπάθειας και της ευγενούς άμιλλας.
Ετυμολογία: ελληνογενής μεταγενέστερος όρος, παραβάλτε και το γαλλικό olympisme.

Παγκράτιον
Το παγκράτιο είναι ένα αρχαιοελληνικό αγώνισμα που συνδύαζε την πάλη και την πυγμαχία χωρίς περιορισμούς εκτός από τα δαγκώματα και τις σουβλιές στα μάτια.

Παλαίστρα
Η παλαίστρα ήταν ο χώρος όπου ασκούνταν οι αθλητές για τους αγώνες.

Παναθήναια
Τα Μικρά ή Μεγάλα Παναθήναια ήταν οι γιορτές που γίνονταν προς τιμήν της Αθηνάς στα υποτιθέμενα γενέθλιά της την 28η του Εκατομβαιώνος (σχεδόν συμπίπτει με τον Ιούλιο του δικού μας ημερολογίου) και γιορτάζονταν κάθε τέταρτη χρονιά με ιδιαίτερη λαμπρότητα (τα Μεγάλα Παναθήναια).

Πένταθλο
Σύνθετο άθλημα της κλασικής αρχαιότητας, το οποίο περιελάμβανε πέντε επιμέρους αγωνίσματα, τρία ελαφρά -άλμα, δρόμο και ακόντιο- και δύο βαρέα -δίσκο και πάλη. Εκτός του αρχαίου πεντάθλου υπάρχει και σύγχρονο ομώνυμο άθλημα που διεξάγεται κυρίως από γυναίκες και περιλαμβάνει πέντε ατομικά αγωνίσματα: δρόμο εκτατό μέτρων μετ' εμποδίων, σφαιροβολία, άλμα εις ύψος, άλμα εις μήκος και δρόμο οκτακοσίων μέτρων. [Δείτε και τη λέξη δέκαθλο].
Ετυμολογία: από το αρχαίον πένταθλον "πέντε" + "άθλον" / άεθλον "έπαθλο", αγώνισμα (Δείτε και τη λέξη άθλος).

Πίνδαρος
Λυρικός ποιητής του 6ου και 5ου αιώνα π.Χ., του οποίου οι επινίκιες ωδές απαθανατίζουν νικητές στην Ολυμπία, τους Δελφούς, τα Ίσθμια και τη Νεμέα.

Πίρος
Χάλκινο έλασμα που στερέωνε τον τροχό στον άξονα του άρματος.

Σπονδοφόροι
Αγγελιαφόροι που μετέφεραν την αναγγελία της ιερής εκεχειρίας και ανακοίνωναν την ημερομηνία των Ολυμπιακών Αγώνων. Για να διασφαλίζεται η τήρηση της εκεχειρίας και των σπονδών το Ιερόν της Ολυμπίας συνεργαζόταν στενά με το μαντείο των Δελφών. Έτσι όποιος δεν τηρούσε την εκεχειρία και τις επιταγές των σπονδοφόρων κινδύνευε να βρεθεί χωρίς χρησμό σε μια ενδεχόμενη πολιτειακή κρίση.

Στάδιο
Ένα στάδιον έχει μήκος 200 αρχαία πόδια. Η λέξη αρχικά σήμαινε μονάδα μέτρησης ισοδύναμη με 600 πόδια, που ήταν το μήκος του αγώνα δρόμου στους αρχαίους Ολυμπιακούς και το συνολικό μήκος των αρχαιοελληνικών σταδίων, έτσι έδωσε το όνομά του στον αγώνα δρόμου της ίδιας απόστασης. Είναι μια ειδική κατασκευή για αθλητικούς αγώνες και άλλες εκδηλώσεις με κοινό.
Στο αρχαίο Στάδιο χωρούσαν περίπου 45.000 θεατές οι οποίοι κάθονταν απευθείας στο έδαφος. Οι θεατές παρακολουθούσαν τους αγώνες ασκεπείς, κάτω από τον δυνατό ήλιο του Ιουλίου, καθ' όλη την διάρκεια της μιας ημέρας που αρχικώς διαρκούσαν.

Στλεγγίδα
Ειδικά επιμήκη σκεύη, χάλκινα ή σιδερένια που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές για τον καθαρισμό του σώματός τους από το λάδι, τη σκόνη, την άμμο και τον ιδρώτα που έριχναν πάνω τους κατά την άθλησή τους. Η στλεγγίδα ήταν ένα εργαλείο που χρησιμοποιόταν για να τρίβουν το δέρμα μετά το μπάνιο.

Συνωρίς
Τύπος αρματοδρομίας είτε με δύο άλογα (αρχίζοντας το 408 π.Χ.) είτε με δύο πουλάρια (αρχίζοντας το 268 π.Χ.).

Τέθριππο
Τύπος αρματοδρομίας, είτε με τέσσερα άλογα (αρχίζοντας το 680 π.Χ.) είτε με τέσσερα πουλάρια (αρχίζοντας το 384 π.Χ.).

Τρίποδας
Ο τρίποδας ήταν μια βάση με τρία πόδια που συχνά προσφερόταν ως έπαθλο στους αρχαιοελληνικούς αγώνες. Ήταν μεγάλος και οι νικητές των Ολυμπιακών αγώνων τον έφεραν στους ώμους τους επιστρέφοντας στην πατρίδα.

11 Ιουλίου 396 π.χ.
Αρχαίο ημερολόγιο & αγώνες
Επαθλα, βραβεία
Χρονολόγιο αγωνισμάτων
Ιστορική αναδρομή
Ολυμπιακή εκεχειρία
Το αγώνισμα του δρόμου
Χρονολόγηση & Ολυμπιάδες
Γλωσσάρι